Η «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη μας Συγκινεί Ακόμα

Η «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη μας Συγκινεί Ακόμα

«Τον χειμώνα του 1967, ο φαντάρος Παπαδόπουλος παίρνει μετάθεση από ένα φυλάκιο στα χιονισμένα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα σε μια μονάδα στην Αθήνα, όπου βρίσκεται η γυναίκα του και οι δίδυμες κόρες του, οι οποίες γεννήθηκαν λίγο πριν καταταγεί. Το υπόλοιπο είναι η ιστορία μιας ομάδας στρατιωτών, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας τους, πριν και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, έχουν αποσπασθεί στη νεοϊδρυθείσα «Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων». Τα γεγονότα είναι μόνο κατά το 95% αληθινά, αλλά μόνο επειδή η πραγματικότητα ήταν ακόμη πιο παράλογη…».

Ο Νίκος Περάκης στα γυρίσματα της ταινίας.

Με τα παραπάνω λόγια, ο σκηνοθέτης Νίκος Περάκης έχει περιγράψει την οριακή του ταινία Λούφα και Παραλλαγή. Από την πρώτη προβολή, έχουν περάσει 33 ολόκληρα χρόνια. Η ταινία απέσπασε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1984 (καλύτερης ταινίας, σεναρίου, μοντάζ και πρώτου ανδρικού ρόλου). Παραμένει μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά και επιπλέον σφράγισε την κινηματογραφική πορεία του Περάκη. Οι πρωταγωνιστές της –αμούστακα παιδιά στην οθόνη– έγιναν ώριμοι άνδρες. Τα επόμενα χρόνια, παρακολουθήσαμε τη φυσική συνέχεια της ταινίας (BIOS και πολιτεία), την τηλεοπτική μεταφορά της Λούφας και τρία spin-offs (παράγωγα έργα υπό τον ίδιο γενικό τίτλο, όμως χωρίς συνέχεια στους χαρακτήρες και την πλοκή). Τίποτα από όλα αυτά δεν έφθασε στο ελάχιστο την αρχική Λούφα και Παραλλαγή, με τον Καλογερόπουλο, τον Κιμούλη και τον Σπυριδάκη.

Η πρώτη Λούφα θα βλέπεται πάντοτε με μια γλυκιά μελαγχολία, ενδεχομένως γιατί είναι ένα μίγμα της εποχής της αθωότητας και της παράνοιας της χούντας. «Λούφα» στη στρατιωτική αργκό είναι η αποφυγή κάθε είδους εργασίας και αγγαρείας, ενώ «παραλλαγή» είναι το καμουφλάζ. Οι δύο λέξεις δίπλα-δίπλα αποτέλεσαν κρίσιμο ελληνικό νεολογισμό που χρησιμοποιείται έως σήμερα, σε διαφορετικές εκδοχές, ξεπερνώντας τα σουρεαλιστικά όρια του Στρατού, όμως περιγράφοντας με ακρίβεια και σαν αγκάθι στα πλευρά ένα ευαίσθητο τμήμα της σύγχρονης κοινωνικής παραδοχής.

Ο Γιώργος Κιμούλης σε σκηνή της ταινίας.

Πρόσφατα, ο Νίκος Περάκης αποφάσισε να δωρίσει το αρχείο του στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ) – τεκμήρια και έγγραφα που σχετίζονται με όλα τα στάδια της παραγωγής της ταινίας, όπως ο λογότυπος και άλλα σχέδια του σκηνοθέτη, το storyboard, φωτογραφίες από τα γυρίσματα, υλικό από την προώθηση και τις προβολές, αλλά και προσωπικές φωτογραφίες του Νίκου Περάκη από τη στρατιωτική θητεία του στην Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων, που αποτέλεσε την πηγή της έμπνευσής του. Ένα μέρος αυτών επιλέχθηκε και παρουσιάζεται σε ειδική έκθεση, στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο και του φετινού 58ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Ο Περάκης εμπνεύστηκε από τη δική του στρατιωτική θητεία στην Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων.

«Από το εκτενές και υποδειγματικά οργανωμένο υλικό της δωρεάς του Νίκου Περάκη, σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε έγγραφα και τεκμήρια που να συνδέονται με την πορεία μιας ταινίας του, από το πρώτο σχέδιο του σεναρίου μέχρι την ολοκλήρωση της παραγωγής της και τις κινηματογραφικές προβολές της», είπε στο VICE η Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη, υπεύθυνη του Τμήματος Παραστατικών Τεχνών του ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ. Γιατί, όμως, 33 χρόνια μετά την πρώτη προβολή, η ταινία συνεχίζει να μας συγκινεί και να έχει τέτοια επιδραστικότητα; «Με την εξαιρετική και ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο δημοτικότητά της, η μελαγχολική κωμωδία του Νίκου Περάκη, με τη διεισδυτική σάτιρα και το οξυδερκές χιούμορ της, σφράγισε την καλλιτεχνική πορεία του δημιουργού της και κατέκτησε ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του αλλά και στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου», εξηγεί η κ. Σταματογιαννάκη. Στο έντυπο που συνοδεύει την έκθεση του ΜΙΕΤ δημοσιεύονται δύο σημαντικά κείμενα για την ταινία, ένα του Νίκου Περάκη και ένα της ιστορικού του θεάτρου και του κινηματογράφου, Ελίζας-Άννας Δελβερούδη.

«Το πιο δύσκολο ήταν η σύμπτυξη περισσότερων πραγματικών προσώπων στους λίγους βασικούς χαρακτήρες των φαντάρων αξιωματικών της ταινίας», έχει πει ο σκηνοθέτης.

Γράφει ο ίδιος ο Περάκης για την πρώτη Λούφα στην επίσημη ιστοσελίδα του: «H ιδέα για μια ταινία γύρω από την θητεία μας στην Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) υπήρχε από την μέρα που απολυθήκαμε, αλλά σοβαρή πίεση δέχτηκα από τον Πανουσόπουλο μετά την Αρπα Colla (σσ: ταινία του 1982) […] Αυτό που θυμάμαι σίγουρα είναι ότι το σενάριο το έγραφα στο Βερολίνο σε μια ηλεκτρική OLYMPIA, έχοντας μπροστά μου καρτέλες με τις ιστορίες μας και ένα ημερολόγιο με τα «ιστορικά» συμβάντα της περιόδου που υπηρέτησα».

«Το πιο δύσκολο ήταν η σύμπτυξη περισσότερων πραγματικών προσώπων στους λίγους βασικούς χαρακτήρες των φαντάρων αξιωματικών της ταινίας. Στον γραφίστα Μαρλαφέκα π.χ. έχουν εισρεύσει τρεις, μεταξύ άλλων και η αφεντιά μου. Μόνο ο Πανουσόπουλος είναι σχεδόν ατόφιος ως Παπαδόπουλος. Τώρα που τα αδικήματά τους έχουν παραγραφεί μπορώ να «δώσω» μερικούς από τους γνωστούς ή λιγότερο ήρωες που με ενέπνευσαν, όπως ο Βασίλης Αλεξάκης, ο Μανώλης Μαριδάκης, ο Χρήστος Μάγγος, ο Άρης Σταύρου, Γιάννης Οικονόμου, ο Δημήτρης Τσιλίδης, ο Νιόνιος Σταθόπουλος – αρκετά».

Ο Σταύρος Ξενίδης υποδύεται τον συνταγματάρχη Κοντέλλη.

«Κατά την παραγωγή της ταινίας συνέβησαν περισσότερα παράδοξα απ’ όσα συμβαίνουν στην ταινία κι αν είχαμε γυρίσει ένα making of, θα είχε πολλά στοιχεία θρίλερ, ακόμη και ένοπλη ληστεία την τελευταία ημέρα πληρωμών […] Η παραγωγή είχε εξασφαλίσει την συμμετοχή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και της Σπέντζος Φιλμ, αλλά το Γενικό Επιτελείο Στρατού, από το οποίο είχαμε ζητήσει άδειες λήψεως σκηνών, οπλισμό, στολές, εξαρτήσεις και οχήματα, δεν μας απαντούσε. Η καταστροφή ήταν τέλεια, καθώς στον προϋπολογισμό συμπαραγωγής, τον οποίο είχαμε υπογράψει με το ΕΚΚ, δεν υπήρχε καμία εγγραφή, αφού οι υπηρεσίες αυτές θα ήταν παροχές του Στρατού, όπως προβλεπόταν κι από το σχέδιο νόμου της Μελίνας για την «προστασία και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης στην Ελλάδα» και όπως γινόταν στην πράξη σε πάμπολλες κινηματογραφικές παραγωγές».

«Παρασκηνιακά μάθαμε ότι ο υπουργός δεν θέλησε να προκαλέσει τους μετανοημένους και τα χουντικά «σταγονίδια»».

Συνεχίζει το κείμενο του Περάκη: «Το μόνο καλό ήταν ότι δεν πήραμε ποτέ μια γραπτή απάντηση, οπότε ο Κατσούφης (σσ: ο παραγωγός) μπορούσε να δράσει σαν να την περίμενε. Παρασκηνιακά μάθαμε ότι ο υπουργός δεν θέλησε να προκαλέσει τους μετανοημένους και τα χουντικά «σταγονίδια», οπότε τήρησε σιγή ιχθύος. Το μεγάλο κατόρθωμα του Κατσούφη ήταν ότι στήσαμε σκηνικά και γυρίζαμε ένα μήνα στην εγκαταλελειμμένη Σχολή Ευελπίδων, μέσα στο διοικητικό κενό που προέκυψε, όταν το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας παρέδωσε στον εργολάβο τα κτίρια που θα διαρρύθμιζε για το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Κανένας από τους τρεις δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν είχαμε άδεια. Μόνο την τελευταία μέρα που γυρίζαμε την έφοδο του λοχαγού στην πύλη κι ακούστηκαν οι ριπές από το Lanchester του Καραμάνου, εμφανίστηκε η αστυνομία κι έσπευσε μια περίπολος από το ΓΕΣ στον χώρο».

Info
Η έκθεση θα εγκαινιαστεί την Παρασκευή 3 Νοεμβρίου, στις 20:00 και θα διαρκέσει ως το Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017.

Βιβλιοπωλείο ΜΙΕΤ, Τσιμισκή 11, Τηλ. 2310 288036

Ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα, Τετάρτη 9:00-15:30
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 9:00-20:00
Σάββατο 9:30-16:00

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Περισσότερα από το VICE

Δέκα Ερωτήσεις που Πάντα Ήθελες να Κάνεις σε Κάποιον που Αφαιρεί Τατουάζ (και τον Λένε «Θηρίο»)

Τα Stories του Instagram Άλλαξαν για Πάντα το Dating

Τα Εξάρχεια Έχουν Λόξιγκα

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.


Πηγή
Κώστας Κουκουμάκας

Related Post