Η Παράσταση που Ξεσήκωσε τις Φεμινίστριες 12 Χρόνια Μετά την Καταγγελία Βιασμού στην Αμάρυνθο

Η Παράσταση που Ξεσήκωσε τις Φεμινίστριες 12 Χρόνια Μετά την Καταγγελία Βιασμού στην Αμάρυνθο

Αν περνούσε κανείς έξω από την Πειραιώς 260 την περασμένη εβδομάδα, όπου διεξάγεται το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, θα έβλεπε τις ημέρες που ήταν προγραμματισμένη η sold out παράσταση Αμάρυνθος, διαφορετικές κάθε φορά φεμινιστικές ομάδες να βρίσκονται στο προαύλιο, διαδηλώνοντας. Κρατώντας πανό και μοιράζοντας προκηρύξεις, εκδήλωναν πριν από την έναρξη της παράστασης τη διαφωνία τους για την προσέγγιση στην υπόθεση που απασχόλησε τη δημοσιότητα πριν από 12 χρόνια. Σε μια παράσταση, μάλιστα, κάποιες φεμινίστριες, τη στιγμή που επί σκηνής δραματοποιείται μια διαδήλωση που είχε γίνει στην Αμάρυνθο και πετάγονται φυλλάδια, πέταξαν και αυτές φυλλάδια στο κοινό με όσα καταγγέλλουν για το έργο, συνεχίζοντας μετά να βλέπουν το έργο κανονικά.

Διαμαρτυρία έξω από την παράσταση.

«Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ελλάδας, μια αλλοδαπή μαθήτρια καταγγέλλει ότι βιάστηκε από ομάδα συμμαθητών της. Η υπόθεση παίρνει τεράστιες διαστάσεις, σοκάρει την κοινή γνώμη και βάζει τη μικρή κοινότητα στο στόχαστρο μιας άνευ προηγουμένου αρνητικής δημοσιότητας», σημειώνει το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου για την
παράσταση θεάτρου ντοκιμαντέρ Αμάρυνθος, σε σκηνοθεσία της Μάρθας Μπουζιούρη.

Σκηνή της παράστασης. Φωτογραφία από το δελτίο Τύπου.

Όπως σημειώνεται σε δελτίο Τύπου, «Η υπόθεση της Αμαρύνθου ήρθε στο φως της δημοσιότητας στα τέλη Οκτωβρίου 2006 και πήρε αυτόματα πρωτοφανείς διαστάσεις, καθώς κοινή γνώμη, ΜΜΕ, πολιτικοί και λοιποί φορείς δημοσίου λόγου είδαν σε αυτήν πολλά διεγερτικά συστατικά: βιασμός και ανήλικοι, κινητά που κατέγραφαν ερωτικές συνευρέσεις, σχολικές καταλήψεις και νεολαία σε κρίση, επαρχία και κλειστές συντηρητικές κοινωνίες, μετανάστες, ρατσισμός, προκαταλήψεις, συνενοχή. Η Μάρθα Μπουζιούρη, ορμώμενη από την εθνογραφική προσέγγιση, προσεγγίζει την υπόθεση μέσα από τους όρους του θεάτρου ντοκιμαντέρ, για να φανερώσει τις διαδικασίες κατασκευής της αλήθειας και τις γενικεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τις δύο πλευρές (βιασμός ή συναινετική συνεύρεση). Η παράσταση επιχειρεί να παρουσιάσει την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας, σε σχέση με την αντίδραση των θεσμών και των ΜΜΕ, ενώ παράλληλα να αναδείξει την ανθρώπινη πλευρά όσων αναμείχθηκαν στην παράσταση.

Όπως δηλώνει η ίδια η σκηνοθέτης, «Με τη δική μας Αμάρυνθο επικαλούμαστε έστω και εκ των υστέρων, αυτό το χαμένο προνόμιο για επικοινωνία και κριτικό αναστοχασμό. Δεν επιχειρούμε ούτε να δικάσουμε πάλι, αλλά ούτε να προτείνουμε μια βολική ουδετερότητα. Ερχόμαστε να θυμηθούμε ξανά όλα όσα μας οδήγησαν στιγμιαία να φωνάξουμε, στη συνέχεια να αποσυρθούμε και τελικά να ξεχάσουμε».

Στη σκηνή ακούγονται οι μαρτυρίες προσώπων που βρίσκονταν γύρω από την υπόθεση και όχι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Ασκείται έντονη κριτική στα media, ενώ το έργο προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από το να πάρει θέση και το ερώτημα για το αν πρόκειται για βιασμό ή για συκοφαντία είναι κυρίαρχο.

Για όσους δεν θυμούνται την υπόθεση, η 16χρονη τότε κοπέλα είχε πάει στο Αστυνομικό Τμήμα της παραθαλάσσιας περιοχής της Εύβοιας μαζί με τη μητέρα της που ήταν μετανάστρια από τη Βουλγαρία, καταγγέλλοντας τον ομαδικό βιασμό της από τέσσερις συμμαθητές της, ενώπιον ακόμα τριών συμμαθητριών της στις τουαλέτες του υπό κατάληψη σχολείου. Οι μαθητές αρνήθηκαν ότι τη βίασαν, ισχυριζόμενοι ότι όλα έγιναν με τη συναίνεσή της. Η νεαρή κοπέλα κατήγγειλε επίσης ότι την είχαν βιντεοσκοπήσει με το κινητό, όμως κανένα βίντεο δεν ανακτήθηκε τελικά από τις Αρχές. Η υπόθεση πόλωσε την ελληνική κοινωνία, ενεργοποιώντας τα σεξιστικά και ρατσιστικά της κατάλοιπα, ενώ φεμινιστικές και άλλες οργανώσεις είχαν ταχθεί στο πλευρό της κοπέλας – διαδηλώνοντας, μάλιστα, κάποιοι στην περιοχή, δέχτηκαν επίθεση από τους ντόπιους. Θεσμικά πάντως, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, είχε εκφράσει την ελπίδα «ότι η ελληνική κοινωνία, που έζησε την ξενιτειά και τον ρατσισμό, δεν θα επιστρέψει αυτά που έζησε στους μετανάστες που ζουν και εργάζονται εδώ», υπογραμμίζοντας ότι «έχουμε ευθύνες όλοι μας». Μάλιστα, είχε στείλει το «δεξί του χέρι», Κ. Μπίκα, να συναντήσει τη νεαρή και τη μητέρα της, για να τους εκφράσει τη συμπαράστασή του. Επίσης, το ενδιαφέρον να συναντηθεί με τη μαθήτρια, αλλά και τους τέσσερις μαθητές που αρνούνταν τις κατηγορίες, είχε εκφράσει και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ενώ ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Χρυσόστομος είχε ζητήσει να προσεγγίζονται τέτοια ευαίσθητα θέματα με μεγαλύτερη υπευθυνότητα και λιγότερη υποκρισία. Τελικά, μητέρα και κόρη μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου δόθηκε υποτροφία στην κοπέλα για τη συνέχιση των σπουδών της. Στη δίκη, τέσσερα χρόνια μετά, αθωώθηκαν οι συμμαθητές που κατηγορούνταν για τον βιασμό, αλλά και οι κατηγορούμενες για συνέργεια, ενώ εναντίον της κοπέλας υποβλήθηκαν μηνύσεις για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση.

Σε ό,τι αφορά την παράσταση, πάντως, οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Ενδεικτικά, η φεμινιστική οργάνωση Sabbat μιλά για «Κέρδος με ακαδημαϊσμό και συγκάλυψη βιαστών» και καταγγέλλει μεταξύ άλλων πως «η μέθοδος της παράστασης είναι η αφήγηση της διαδικασίας της έρευνας, με στόχο να δώσει μία “σφαιρική εικόνα”. Εδώ είναι που αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε και ρωτάμε “Ποιος ο σκοπός;”. Όπως λέει και η αφήγηση της παράστασης ένα γεγονός το μελετάμε στο πλαίσιο στο οποίο εδράζεται, άρα μία δήλωση λείανσης και ίσων αποστάσεων σε ένα τέτοιο θέμα, στο κεντρικό φεστιβάλ της Αθήνας, την περίοδο της αθώωσης των πέντε βιαστών στην Παμπλόνα, της καταδίκης της Π. χωρίς την αναγνώριση του δικαιώματος στην αυτοάμυνα και της περιόδου που ανθίζουν οι φεμινισμοί και συγκρούονται με τα παραπάνω, τι έρχεται να αφήσει; Εκεί η τέχνη είτε θα πάρει θέση με τα καταπιεζόμενα υποκείμενα και με το φεμινιστικό κίνημα, είτε δημιουργώντας ένα ακόμη θέαμα προς κατανάλωση, θα συνταχθεί με τον κυρίαρχο λόγο, ως φορέας που αναπαράγει και δίνει άλλοθι στη πατριαρχική και σεξουαλικοποιημένη βία». Επίσης, σημειώνεται πως «Η Αμάρυνθος είναι άλλη μια υπόθεση που άφησε μια ανοιχτή πληγή στα σώματά μας, μια πληγή για την οποία δεν τιμωρήθηκαν οι βιαστές, αλλά πλήρωσε τριπλά η κοπέλα. Πλήρωσε, για να πληρωθούν αδρά τα ΜΜΕ για να τη διαπομπεύσουν, οι δικαστές για να αθωώσουν τους βιαστές της και τελικά ο χώρος της τέχνης να κερδοφορήσει στην πλάτη της, 12 χρόνια μετά», ενώ η ανακοίνωση καταλήγει λέγοντας πως, «Διανοούμενοι της γενιάς μας, σας φτύνουμε περήφανα».


#Γυναίκα: Το Σώμα της Ανήκει

Παρακολουθήστε όλα τα βίντεo του VICE, μέσω της νέας σελίδας VICE Video Greece στο Facebook


Το VICE επικοινώνησε με τη Μάρθα Μπουζιούρη, η οποία δεν θέλησε να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα των αντιδράσεων. Σε συνέντευξη που είχε δώσει στην Εφημερίδα των Συντακτών έλεγε πως «Το θέατρο διανοίγει έναν μικρό, εφήμερο χώρο προς συγκατοίκηση. Ερχόμαστε να τον διεκδικήσουμε, έχοντας την επίγνωση της ευθύνης ενός έργου που καταπιάνεται με μια ευαίσθητη, πολύπλοκη υπόθεση που αφορούσε παιδιά και που άφησε όλες τις πλευρές ηττημένες, πληγωμένες από πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις βίας που προηγήθηκαν ή προστέθηκαν στο αρχικό γεγονός ενός καταγγελθέντος βιασμού. Η παράσταση δεν εστιάζει στο τι συνέβη το επίμαχο πρωινό στις τουαλέτες του υπό κατάληψη Λυκείου. Δεν έρχεται να δικάσει ξαναά, ούτε να προτείνει μια βολικά αποστασιοποιημένη ουδετερότητα. Εκείνο που επιχειρεί είναι να ανασύρει όλα όσα μας οδήγησαν στιγμιαία να φωνάξουμε, στη συνέχεια να αποσυρθούμε και τελικά να ξεχάσουμε. Πώς ερμηνεύτηκε, επικοινωνήθηκε και κεφαλαιοποιήθηκε η υπόθεση της Αμαρύνθου; Πώς δίχασε, πώς κορυφώθηκε, πώς έσβησε και ποιο είναι το ίχνος της σήμερα; Πώς τη θυμόμαστε, όσοι τη θυμόμαστε; Θυμίζει άραγε σε κάτι άλλες Αμαρύνθους, πριν και ύστερα από αυτήν;».

Η Μάρθα Μπουζιούρη. Φωτογραφία από το δελτίο Τύπου της παράστασης.

Στο Popaganda, σε ερώτηση για το ποια θέση παίρνει τελικά, είχε απαντήσει πως, «Αυτό είναι ίσως σκόπιμο να απαντηθεί από τους ίδιους τους θεατές και όχι από εμένα. Εκείνο που μπορώ να πω, βασιζόμενη σε ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα, είναι πως η υπόθεση της Αμαρύνθου δεν αποτέλεσε μεμονωμένο περιστατικό. Ο τρόπος αντιμετώπισης αντίστοιχων υποθέσεων από θεσμούς, media, δικαιοσύνη, κοινή γνώμη, δεν μπορεί παρά να μας κάνει να αναρωτηθούμε: θυμίζει κάτι, στον καθένα από εμάς εκεί έξω, η Αμάρυνθος;».

Στη LIFO, δήλωσε πως, «[…] ο ρόλος που έπαιξαν τα media στην ιστορία της Αμαρύνθου, κατά τη γνώμη μου, είναι καθοριστικός. Στην παράσταση εξετάζουμε τον ρόλο αυτό σε τρία επίπεδα. Το πρώτο έχει να κάνει με το ότι, αντιδεοντολογικά εντελώς, αποκάλυψαν προσωπικά δεδομένα. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μαθητές. Μιλάμε, δηλαδή, για μια υπόθεση ανηλίκων που εξετάζεται και εκδικάζεται κεκλεισμένων των θυρών. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων είναι ακόμη πιο ευαίσθητο. Βγήκαν στη δημοσιότητα ονόματα, εκφράστηκαν θέσεις για το τι έγινε στις τουαλέτες, τι είπε η μία και η άλλη πλευρά και ακόμh και τις φορές που δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ονόματα, φωτογραφήθηκαν εμμέσως τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

»Το δεύτερο είναι ότι ένα μέρος των ΜΜΕ, μια σημαντική μερίδα, τάχθηκε πάρα πολύ γρήγορα στο πλευρό της κοπέλας και είχαμε αυτό που ονομάζουμε “άρση του τεκμηρίου αθωότητας”. Με το που έσκασε η υπόθεση, την επόμενη μέρα είχαμε ήδη ξεκινήσει να μιλάμε για τους βιαστές και τη βιασθείσα και ξαναλέω, σε μια υπόθεση που έχει να κάνει με παιδιά.

»Το τρίτο προβληματικό στοιχείο είναι πως όταν το θέμα αυτό “στραγγίστηκε” και ειπώθηκαν όλα όσα είχαν να ειπωθούν, τα ΜΜΕ μπήκαν σε μια διαδικασία να μιλήσουν για το πόσο προβληματικές είναι οι καταλήψεις στα σχολεία. Πως είναι άντρο ακολασίας και οργίων, πως τα παιδιά θα πρέπει να προστατευτούν και να απαγορευτεί η χρήση κινητών τηλεφώνων. Δαιμονοποιήθηκε, δηλαδή, μέχρι και η τεχνολογία, που ήταν και αρκετά καινούργια εκείνη την εποχή».

H ερευνητική ομάδα της παράστασης δημοσίευσε ένα κείμενο στο οποίο αναφέρει για τις αντιδράσεις:

«Ως η ερευνητική ομάδα της παράστασης θεάτρου-ντοκιμαντέρ «Αμάρυνθος», θα θέλαμε να εκφράσουμε τη θέση μας σχετικά με τις επιθέσεις που δέχτηκε από κάποιους/ες η παράσταση.

Έχουμε επίγνωση της συνθετότητας του ζητήματος σχετικά με το πώς μέσα από μια θεατρική παράσταση εισέρχεται ξανά στο δημόσιο λόγο ένα γεγονός που αφορά την κανονικοποίηση της κουλτούρας του βιασμού ανάμεσα στην αναπαραγωγική δύναμη της συγκάλυψης του σεξισμού/ρατσισμού και τον μιντιακό ηδονοβλεπτικό παροξυσμό. Με την επίγνωση αυτή αναλάβαμε την ευθύνη να επαναφέρουμε το ζήτημα στη δημόσια συζήτηση, κι έτσι αναμετρηθήκαμε με τις δυνατότητες αλλά και με τα αδύνατα του λόγου και της αναπαράστασης. Η αναπαράσταση, στο πλαίσιο αυτού του εγχειρήματος, είναι μια κριτική παρακίνηση σε πείσμα της εξουσιοδοτημένης λήθης, μια παρακίνηση που λογαριάζεται αναστοχαστικά ακόμη και με τα όρια του «δικαιώματος στη λήθη».

Ως ομάδα κοινωνικής έρευνας, υποδεχόμαστε κάθε κριτική αλλά τασσόμαστε ενάντια σε κάθε απόπειρα προληπτικής ή μη λογοκρισίας. Παίρνουμε θέση χωρίς να εξοβελίζουμε την κοινωνική περιπλοκότητα, την οποία θεωρούμε αδιαπραγμάτευτη διάσταση της έρευνας. Η θέση μας είναι ενάντια στο σεξισμό και το ρατσισμό που επιτρέπουν, προκαλούν και αθωώνουν το βιασμό. Είναι μια θέση που την ίδια στιγμή στέκεται κριτικά απέναντι στις κανονιστικές συνδηλώσεις της θυματοποίησης.

Θεωρούμε απολύτως προβληματικές τις όποιες αξιώσεις «ίσων αποστάσεων». Παράλληλα, θεωρούμε ερευνητικά και ηθικοπολιτικά σημαντική την ανοικείωση και την αποταύτιση, οι οποίες όμως δεν σηματοδοτούν αξιολογική ουδετερότητα·αντίθετα, επιτρέπουν την επιτελεστική κινητοποίηση της αγωνιστικής κρίσης ενάντια στους αυτοματισμούς της εφησυχαστικής επιβεβαίωσης και συνιστούν την ίδια την προϋπόθεση μιας κριτικής (αυτο)μετατόπισης. Με αυτή την έννοια, η κοινωνική έρευνα δεν είναι ουδέτερη. Ούτε, όμως, εκβιάζεται ως προς τους τρόπους εκδήλωσης της θέσης της. Η έρευνα, όπως και η τέχνη, αποτελούν διερμηνευτικές μετατοπιστικές επιτελέσεις της κοινωνικής πραγματικότητας και όχι ρυθμιστικές απεικονίσεις της.

Η ερευνητική διαδικασία, όπως την αντιλαμβανόμαστε, επομένως, μπορεί και πρέπει να δοκιμάζεται με τις σύνθετες και απρόσμενες όψεις της εμπλοκής με άνισες σχέσεις εξουσίας. Απαιτεί ανοικείωση, κριτική τοποθέτηση και ανάλυση, με τρόπους που δεν υπάγονται σε έναν διαπιστωτικό ή αποφαντικό λόγο. Αναφορά και διακύβευμά μας είναι η αναστοχαστική και μετασχηματιστική θέση και δράση. Παίρνουμε θέση αλλά δεν στήνουμε λαϊκά δικαστήρια. Διεκδικούμε λογοδοσία με όρους κοινωνικούς και όχι μιλιταριστικούς. Δεν θεωρούμε τους θεσμούς του πανεπιστημίου και της τέχνης εξ ορισμού εχθρικούς και αφομοιωτικούς, αλλά αγωνιζόμαστε για να μπορούν να ενοικούνται και να ενεργοποιούνται διαφορετικά, κριτικά, χειραφετησιακά. Η έρευνά μας κάνει πολιτική αλλά όχι πόλεμο».

Η ομάδα Φέμιν@rte, σε κείμενό της σημειώνει μεταξύ άλλων πως «όταν κρατάς ίσες αποστάσεις σε έναν βιασμό, είσαι με το μέρος των βιαστών» και πως «το έργο “δεν άκουσε” τίποτα για την κουλτούρα του βιασμού». Αναλυτικότερα σημειώνει:

«Η πλαισίωση δε από την κα Αθηνά Αθανασίου μάς απογοήτευσε και αθροίστηκε στην εμπειρία μας ότι τα gender studies δεν σχετίζονται απαραίτητα με τους φεμινισμούς∙ στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ακαδημαϊκοί όροι δεν σχετίστηκαν με τους θεωρητικούς όρους του φεμινισμού, πόσο μάλλον με τους κινηματικούς. Απλώς, οι φεμινιστικοί όροι ουσιαστικά απείχαν πλήρως και καταδικάστηκαν ως το “ένα άκρο”. Μας έμεινε μια αποεμφυλοποιημένη αφήγηση για ένα βιασμό που υπερπλαισιώθηκε, ωστόσο, από επιστημονικές/φιλελεύθερες/δικονομικές/μιντιακές ευαισθησίες, σκοτάδια και δύο άκρα – δύο αλήθειες, για να οδηγηθούμε όντως σε μια πραγματική αλήθεια: στη συντηρητική και αντιδραστική αλήθεια της αυθεντίας. Ένα χίπστερ αποτέλεσμα μιας γλώσσας “προβληματισμού” από τα έξω, από τα πάνω και από τα “απέναντι”, “ντύνει” το απογυμνωμένο αυτό πλαίσιο, για να στρέψει αλλού τη ματιά. Είναι πολύ προβληματική η επιλογή να αγνοηθεί/ούν ο φεμινισμός/οι φεμινισμοί από κοινωνικούς ανθρωπολόγους και θεωρητικούς των gender studies που συνομίλησαν για ένα τέτοιο έργο.

Η επιδεικτική αδιαφορία προς τη βιασθείσα και τα συναισθήματά της, αλλά και προς όλο τον κόσμο που στάθηκε στο πλευρό της τότε, σήμερα και πάντα, είναι πιο σημαντικό έλλειμμα από κάθε αγωνία για μια σωστή εθνογραφική μέθοδο και κάθε παρουσία με “έγκυρη” υπογραφή. Θεωρούμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να ειπωθεί πριν παρουσιάσουμε τα ερωτήματα/προβληματισμούς μας.

Και θα ξεκινήσουμε με τη βασική μας διαπίστωση: Για εμάς, ο συγκεκριμένος κοινωνιολογικο-καλλιτεχνικός λόγος που αναπτύχθηκε (συνεντεύξεις και παράσταση- την οποία είδαμε), ως πολιτικός λόγος (το απολιτικοποιημένο είναι και αυτό βαθιά πολιτικό) ή αλλιώς, φανερώνει την πραγματική αντίληψη πάνω στην οποία δομήθηκε από την αρχή ως τέτοιος. Και η αντίληψη πάνω στην οποία χτίστηκε ο συγκεκριμένος πολιτικός λόγος είναι η βαθιά δήλωση νομιμοφροσύνης, ότι ο βιασμός δεν υπήρξε, ο βιασμός δεν έγινε ποτέ, γιατί δεν αποδείχτηκε στις δικαστικές αίθουσες.

Αυτή η αντίληψη, που διαπερνά και καθορίζει το έργο, είναι η πιο κοινή αντίληψη που μπορεί να συναντήσει κανείς μέσα σε μια κοινωνία που απλώς εθελοτυφλεί, γιατί είναι η ίδια υπεύθυνη και δεν θέλει να πάρει την ευθύνη της για τους βιαστές της. Εξ ου και τα πολλά “σκοτάδια” και τα πολλά “άβολα” της υπόθεσης της Αμαρύνθου, που για μας είναι η άρνηση τού να δεις το προφανές: ότι πρόκειται για έναν ακόμα συγκαλυμμένο βιασμό».

Το απαισιόδοξο είναι ότι 12 χρόνια μετά την υπόθεση στην Αμάρυθνο, στην Ελλάδα δεν έχουν αλλάξει πολλά για όσες γυναίκες καταγγέλλουν βιασμό. Αν κάτι, λοιπόν, αξίζει να προσθέσουμε στον διάλογο που έχει ανοίξει με αφορμή την παράσταση, είναι μια βασική υπενθύμιση, όπως σημειώνεται και στο κείμενό του για την παράσταση το Μωβ: H κουλτούρα του βιασμού «είναι μια κουλτούρα που επιβραβεύει τους άνδρες, επειδή πηδάνε όσο πιο πολύ ανώνυμο μουνί είναι δυνατόν, ενώ καταδικάζει τις γυναίκες που εκδηλώνουν όποιες ελάχιστες σεξουαλικές επιθυμίες. Μια κουλτούρα στην οποία οι υποτιθέμενοι φίλοι μιας νεαρής γυναίκας θα τη βιντεοσκοπήσουν ενώ βιάζεται και μετά θα χρησιμοποιήσουν το βίντεο, για δείξουν πως είναι “πουτάνα”. Μια κουλτούρα μέσα στην οποία τα περισσότερα θύματα σεξουαλικής επίθεσης και βιασμού δεν το καταγγέλλουν ποτέ, επειδή φοβούνται πως δεν θα γίνουν πιστευτά – και ξέρουν πως ακόμη και αν γίνουν πιστευτά το πιθανό είναι πως θα εξευτελιστούν και παρενοχληθούν, θα κατηγορηθούν και θα ντροπιαστούν, μέσα από μια νομική διαδικασία που στο τέλος δεν οδηγεί πουθενά» – Kate Harding, 2015.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Μη Γελάσεις, ο Βασίλης Κάνει Πρωταθλητισμό στο Βowling και Ζει από Αυτό

Οι Σκοπιανοί Τουρίστες Επιμένουν: «Σαν τη Χαλκιδική Δεν Έχει»

Συμβουλές Επιβίωσης στην Άσφαλτο: Ο Δοκιμαστής Οχημάτων που Γλίτωσε τον Θάνατο στη Σαντορίνη

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.


Πηγή
Μελπομένη Μαραγκίδου