«Στη Δουλειά Δεν Ήθελαν Μαύρες» – Η Δύσκολη Ζωή των Ελλήνων της Αιθιοπίας στην Αθήνα

«Στη Δουλειά Δεν Ήθελαν Μαύρες» – Η Δύσκολη Ζωή των Ελλήνων της Αιθιοπίας στην Αθήνα

Η πάντα ζωηρή και πολύχρωμη Πλατεία Αβησσυνίας, στο Μοναστηράκι, φιλοξενεί κάθε Κυριακή το πιο παλιό παζάρι της Αθήνας. Ωστόσο, μάλλον λίγοι έχουν αναρωτηθεί που οφείλει το όνομά της. Μια εκδοχή λέει πως η πλατεία διαμορφώθηκε το 1860 και πήρε το όνομά της από τους Αιθίοπες που κατοικούσαν στους γύρω δρόμους, καθώς Αβησσυνία λεγόταν εκείνη την εποχή η Αιθιοπία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η ονομασία δόθηκε το 1922, όταν εκεί μοιράστηκε η ανθρωπιστική βοήθεια που έστειλε η Αιθιοπία, για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

Όπως και να ’χει, η πλατεία αποκαλύπτει μια σχέση των δύο χωρών, που ξεκινάει από τους στίχους του Ομήρου -ο πρώτος που τους ονομάζει Αιθίοπες- και καταλήγει σε 300 ανθρώπους ελληνικής καταγωγής που ζουν σήμερα στην Αιθιοπία: Ελληνοαιθίοπες δεύτερης και τρίτης γενιάς, με ελληνικά ονόματα, που φοιτούν στο Ελληνικό Σχολείο της Αντίς Αμπέμπα, γιορτάζουν τις εθνικές μας επετείους, τραγουδούν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, εκκλησιάζονται στον Άγιο Φρουμέντιο και αντιμετωπίζονται από το ελληνικό κράτος με απαξίωση, σαν ξένοι, σαν άλλοι. Πώς και πότε, όμως, έφτασαν Έλληνες στην υποσαχάρια χώρα;

Οι Έλληνες στην Αιθιοπία

Με τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, το 1869, το έως τότε απομονωμένο αιθιοπικό οροπέδιο αποκτά πρόσβαση στην ακτή της Ερυθράς Θάλασσας, πυροδοτώντας οργιώδεις ρυθμούς ανοικοδόμησης, που δημιουργούν τις συνθήκες για να βρεθούν εκατοντάδες Έλληνες μάστορες αρχικά στη διώρυγα και κατόπιν στην Αιθιοπία, μέσω του Τζιμπουτί.

Οι συνθήκες μετακίνησης εκείνων των Ελλήνων παραμένουν ασαφείς. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι αυτοκράτορες της Αιθιοπίας, Yohannes IV (1871-1889) και Menelic II (1889-1913), πρόσφεραν στους Ευρωπαίους τυχοδιώκτες δωρεάν εκτάσεις γης με τίτλους ιδιοκτησίας στο Κέρας της Αφρικής, παραχωρώντας τους ταυτόχρονα το μονοπώλιο δερμάτων, άλατος, τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του υπεδάφους και της καλλιέργειας της γης.

Συμπατριώτες μας, λιγότερο αριβίστες και περισσότερο απελπισμένοι, εγκαταλείπουν τη φτωχή και άγονη Ελλάδα για το αφρικανικό Ελ Ντοράντο των ευκαιριών. Με τις διευκολύνσεις αυτές, δημιουργούν πριονιστήρια για να καλύψουν τις ανάγκες της ανοικοδόμησης, αλευρόμυλους, εργοστάσια ελαιουργίας-σαπωνοποιίας, οινοπνευματωδών ποτών, κλωστοϋφαντουργίας. Εργάζονται στη χάραξη δρόμων, την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών και το χτίσιμο των πρώτων οικοδομών ευρωπαϊκού τύπου. Ιδρύουν τα πρώτα ξενοδοχεία, καφενεία, παντοπωλεία και λειτουργούν τον πρώτο κινηματογράφο στην Αντίς Αμπέμπα, ενώ καταλαμβάνουν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις, ως σύμβουλοι στα ανάκτορα και τον κρατικό μηχανισμό.

Μέχρι το 1913, η Αντίς Αμπέμπα έχει μετατραπεί σε ένα κοσμοπολίτικο μέρος, με την ελληνική παροικία να έχει προεξέχοντα ρόλο. Το 1916, η Ελευθερία Κοσμά από το Ρέθυμνο, ιδρύει το πρώτο Ελληνικό Σχολείο της Αντίς Αμπέμπα, το 1918 ιδρύεται η Ελληνική Κοινότητα, το 1930 χτίζεται ο ναός της Αγίας Τριάδος στην Ντιρέ Ντάουα, ενώ μια ολόκληρη περιοχή στην Αντίς Αμπέμπα ονομαζόταν «Μπάμπης» από τον Έλληνα Μπάμπη Τσιμά, ο οποίος διατηρούσε κατάστημα τροφίμων. Οι Έλληνες έχτισαν το Διαμάντειο Νηπιαγωγείο, τη Ζέκειο Δημοτική σχολή, το Μίχειο Γυμνάσιο, ένα οικοτροφείο (το οικοτροφείο χτίστηκε με έξοδα του ελληνικού κράτους, ενώ τα υπόλοιπα από Έλληνες ευεργέτες) , την εκκλησία του Αγίου Φρουμέντιου, αλλά και τη λέσχη «Ολυμπιακός», το 1943, η οποία φιλοξενούσε εγκαταστάσεις μπάσκετ, τένις, πινγκ πονγκ, καθώς και εστιατόριο.

Το 1940, την εποχή της εισβολής των ιταλικών στρατευμάτων του Mussolini, οι Έλληνες υπολογίζονταν στους 1.500 και ζούσαν υπό την εύνοια του τελευταίου αυτοκράτορα της Αιθιοπίας, του χριστιανού ορθόδοξου και φιλέλληνα Haile Selassie. Μετά τον πόλεμο και μέχρι τις δεκαετίες του 1960 και 1970, η ελληνική παροικία διένυσε μια εποχή οικονομικής άνθισης, με αποτέλεσμα το 1963 σε ολόκληρη της Αιθιοπία να ζουν 3.500 Έλληνες.

«Από την Αφρική με αγάπη – Ελληνοαιθιοπικά»

Καθώς, λοιπόν, οι Έλληνες ευημερούσαν και αναπτύσσονταν, σύναπταν σχέσεις με τις ντόπιες, που ήταν και όμορφες και χριστιανές ορθόδοξες. Η κοινότητα πλήθυνε και σκούρυνε και το ελληνικό πνεύμα παρέμενε ακμαίο, με τους νεαρούς γόνους να πρωτοστατούν στις εκδηλώσεις για τις εθνικές επετείους και τις παρελάσεις. Σήμερα, οι απόγονοί τους υπολογίζονται σε 300 ανθρώπους και κάποιοι από αυτούς πρωταγωνιστούν στο ντοκιμαντέρ της Χριστίνας Βάζου «Από την Αφρική με Αγάπη – Ελληνοαιθιοπικά», που προβλήθηκε πριν από λίγες μέρες στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.

«Η ταινία παρουσιάζει τον ελληνισμό της Αιθιοπίας και επικεντρώνεται στα ζητήματα που αφορούν τους Ελληνοαιθίοπες. Πρόκειται για ανθρώπους με ελληνικές ρίζες, που ενώ μιλάνε ελληνικά και έχουν ελληνική παιδεία, όταν έρχονται στην Ελλάδα, συχνά διαφοροποιούνται. Είναι οι απόγονοι Ελλήνων μεταναστών που έκαναν οικογένειες και παιδιά με Αιθιόπιδες. Οι πατεράδες, μην έχοντας σε πολλές περιπτώσεις την απαραίτητη πληροφόρηση, δεν μερίμνησαν να δηλώσουν τα παιδιά τους στην ελληνική πρεσβεία, με επακόλουθο να μην έχουν καταφέρει να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια», λέει η Χριστίνα Βάζου.

Το 1974, η αναπτυξιακή πορεία της Αιθιοπίας διακόπηκε από τον αντισυνταγματάρχη Mengistu Haile Mariam, που ανέτρεψε τον αυτοκράτορα Selassie και προχώρησε σε κρατικοποιήσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων. Σε αυτό το κλίμα, η πλειοψηφία των Ελλήνων αποχώρησε. Τα παιδιά τους, οι «μισοί-μισοί», στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν σαν ξένοι και όσοι έμειναν πίσω στην Αιθιοπία ακόμη παλεύουν ανάμεσα σε δύο εθνικές και πολιτισμικές ταυτότητες.

Γιατί, όμως, είναι σημαντική για εκείνους η ελληνική ταυτότητα; Η Χριστίνα Βάζου έχει κάνει την ερώτηση στην ταινία της αρκετές φορές. «Θυμάμαι έντονα δύο ηλικιωμένους κυρίους στην Αντίς Αμπέμπα με ελληνοαιθιοπική καταγωγή, τους οποίους οι Έλληνες πατεράδες τους αμέλησαν να δηλώσουν στην ελληνική πρεσβεία. Τα ονοματεπώνυμά τους είναι ελληνικά, μιλάνε άπταιστα την ελληνική γλώσσα, αγαπάνε βαθιά την Ελλάδα, αλλά παρά τις μεγάλες προσπάθειες που έκαναν επανειλημμένα στο παρελθόν δεν κατάφεραν να τακτοποιήσουν τα ελληνικά τους χαρτιά. Ζουν με αυτόν τον μεγάλο καημό. Από την άλλη, θα ήθελαν να είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν στα δικά τους παιδιά ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό ισχύει και για τα παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς Ελλήνων που φοιτούν σήμερα στο Ελληνικό Κοινοτικό Σχολείο και ακολουθούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του ελληνικού υπουργείου Παιδείας. Το απολυτήριό τους είναι ελληνικό και το όνειρό τους είναι να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ελληνικά πανεπιστήμια». Η παιδεία τους είναι αποκλειστικά ελληνική, όπως και σε όλη την ομογένεια της Αιθιοπίας. Όμως, για να έρθουν εδώ τα παιδιά της ομογένειας, προκειμένου να διαγωνιστούν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, χρειάζονται τουριστική βίζα, που ισοδυναμεί με μια εξουθενωτική γραφειοκρατική διαδικασία.

Συναντάμε στην Αθήνα τέσσερις απόφοιτες του Ελληνικού Σχολείου της Αντίς Αμπέμπα, τέσσερα κορίτσια που μεγάλωσαν με αγάπη για την Ελλάδα, το δέος για τη χώρα των προγόνων τους, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες ενάντια στις αντιξοότητες, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ελλιπούς ελληνικού σχολείου. Σήμερα, προσπαθούν να εισαχθούν στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Ο ξεχασμένος Ελληνισμός της διασποράς της αφρικανικής ηπείρου

Η Χριστίνα Βάζου.

Η Σάρα Τερεφέτ είναι 20 ετών και ήρθε στην Αθήνα το 2016 για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις, αφού τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο στην Αντίς Αμπέμπα. «Η μητέρα μου είχε Έλληνα πατέρα, τη λένε Μαρία Καρακάση. Η αδερφή μου Μελίνα και εγώ, είμαστε οι μόνες από τα τέσσερα αδέρφια μου που πήγαμε στο Ελληνικό Σχολείο. Η θεία μου Γαβριέλα, ήταν εκείνη που έπεισε τη μητέρα μου να πάμε στο Ελληνικό Σχολείο- πίστευε πως θα μας ωφελούσε περισσότερο η ελληνική παιδεία. Το Ελληνικό Σχολείο είναι και οικοτροφείο, έτσι μέναμε στο σχολείο και επισκεπτόμασταν το σπίτι μας κάθε παρασκευοσαββατοκύριακο. Στη γειτονιά, οι φίλοι μάς ζήλευαν, ήθελαν και εκείνοι να έρθουν στο Ελληνικό Σχολείο, τους άρεσε η γλώσσα. Όμως, μόνο οι Έλληνες, όπως εμείς, μπορούν να πάνε στο ελληνικό σχολείο. Στα ελληνικά βιβλία όλοι οι ήρωες και τα ιστορικά πρόσωπα είναι λευκοί. Εγώ είμαι μαύρη, αλλά οι θείοι μου είναι λευκοί, έτσι δεν καταλάβαινα πώς οι Έλληνες είναι μόνο λευκοί. Το κατάλαβα, όταν ήρθα στην Αθήνα. Όχι την πρώτη φορά, όταν μίλησα στη Βουλή των Εφήβων, ως μία από τις εκπροσώπους των σχολείων τις ομογένειας, αλλά για τις Πανελλαδικές. Τότε, επίσης, κατάλαβα πως δεν είχα ελπίδες να πετύχω. Πώς να περάσεις στις Πανελλαδικές, όταν ο γυμναστής σού διδάσκει βιολογία και ο μαθηματικός ιστορία; Σήμερα, έτσι όπως είναι τα πράγματα, θα έλεγα σε όλα τα παιδιά της Αιθιοπίας με ελληνική καταγωγή να μην πάνε στο Ελληνικό Σχολείο. Είναι παρατημένο πια. Παλιά, υπήρχαν υποτροφίες, έπαιρναν εύκολα βίζα, πέρναγαν στις Πανελλαδικές, επειδή υπήρχε σωστή προετοιμασία. Τώρα, σπουδάζω αεροσυνοδός. Η Αθήνα στην αρχή δεν μου άρεσε. Με έβριζαν στο τρόλεϊ και γενικά κατάλαβα αμέσως πως το χρώμα μου είναι πρόβλημα. Όταν ήμουν στην Αντίς Αμπέμπα, αισθανόμουν Ελληνίδα, στην Αθήνα δεν αισθάνομαι τίποτα. Μόνο ΑΕΚάρα. Δούλεψα σε μια πιτσαρία και εκεί όλοι ασχολούνταν με ποδόσφαιρο. Τους ζήτησα να μου μιλήσουν για τις ομάδες τους, για την ιστορία τους και έτσι επέλεξα την ΑΕΚ».

«Με κάποιους καθηγητές το μάθημα ήταν ανυπόφορο. Ήταν ρατσιστές και μας έβριζαν»

Για τις αδερφές Μαγδαλγηνή και Αγγελική Εσέτου, η ιστορία είναι παρόμοια. «Ο παππούς μας ήταν Έλληνας, πέθανε, όταν η μαμά μου ήταν τριών ετών, όμως οι φωτογραφίες του υπάρχουν ακόμη στο σπίτι μας. Πήγαμε στο σχολείο-οικοτροφείο και δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να έρθουμε στην Ελλάδα. Οι σπουδές μας ήταν στα ελληνικά και έτσι σε πανεπιστήμιο της Αιθιοπίας δεν μπορούσαμε να δώσουμε εξετάσεις. Ο μόνος δρόμος για εμάς ήταν η Ελλάδα», λέει η Μάγδα που θέλει να σπουδάσει νομική, ενώ η Αγγελική ονειρεύεται τη νοσηλευτική. Στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, όμως, δεν είχαν καμία ελπίδα. Οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό είναι τραγικές, ενώ το υπουργείο Παιδείας γνωρίζει τα προβλήματα. Επιπλέον, όσο και αν διάβαζαν, η εκκρεμότητα της βίζας τους δημιουργούσε τέτοια ανασφάλεια που ήταν καταδικασμένες. «Δεν ξέραμε αν θα μας αφήσουν να έρθουμε ή όχι. Χωρίς να μας εξηγούν γιατί είναι τόσο δύσκολο, αφού η νομοθεσία είναι ξεκάθαρη. Δεν ξέρω ποιος φταίει, αλλά ήρθαμε τελευταία στιγμή και εξουθενωμένες, ήταν λογικό να αποτύχουμε», λέει η Μάγδα που δεν έχει σκοπό να παρατήσει το όνειρό της να σπουδάσει νομική. «Όταν πήρα στα χέρια μου τις ερωτήσεις, ήταν θέματα που έβλεπα για πρώτη φορά. Στην Αντίς Αμπέμπα δεν είχαμε ολοκληρώσει τα αρχαία και τα λατινικά». Όχι μόνο εξ’ αιτίας της έλλειψης καθηγητών: «Με κάποιους καθηγητές το μάθημα ήταν ανυπόφορο. Ήταν ρατσιστές και μας έβριζαν. Σκεφτόμουν να σταματήσω, αλλά ήξερα πως είχα τις δυνατότητες να τελειώσω. Είχα αυτοπεποίθηση πως ήμουν καλή και δεν θα σταματούσα, επειδή ένας καθηγητής ήταν αμόρφωτος», διηγείται η Μάγδα.

H Mάγδα.

Απροετοίμαστες και κουρασμένες, σε μια όπως αποδείχτηκε ξένη χώρα που λίγη σχέση είχε με τα εκπαιδευτικά τους βιβλία, με τη βοήθεια της οικογένειας τους στην Αιθιοπία χάραξαν την επόμενη μέρα. «Ψάξαμε για δουλειά, αλλά δεν ήθελαν μαύρες. Τι μπορούσαμε να απαντήσουμε; Πως είμαστε Ελληνίδες; Μόνο το χρώμα μετράει και εγώ έχω το λάθος χρώμα», λέει η Αγγελική, που μαζί με την αδερφή της ονειρεύονται να επιστρέψουν πίσω στην Αντίς Αμπέμπα, ενώ σε λίγες εβδομάδες ολοκληρώνουν τις σπουδές τους σε σχολή αεροσυνοδών. Τι σημαίνει, όμως, για εκείνες Ελλάδα, τι σημαίνει να είσαι Έλληνας; «Για εμένα, Έλληνας είναι εκείνος που έχει ελληνική παιδεία και είναι χριστιανός ορθόδοξος. Εγώ δεν αισθάνομαι μισή-μισή, μισή Αιθιόπιδα και μισή Ελληνίδα. Μία είμαι», λέει η Αγγελική.

«Για εμένα, Έλληνας είναι εκείνος που έχει ελληνική παιδεία και είναι χριστιανός ορθόδοξος. Εγώ δεν αισθάνομαι μισή-μισή, μισή Αιθιόπιδα και μισή Ελληνίδα. Μία είμαι»

Στην άκρη του καναπέ, η μικρόσωμη Χριστίνα Καραγεωργιάδη είναι εκείνη που αντιμετωπίζει τα μεγαλύτερα γραφειοκρατικά προβλήματα σε μια νομικά, όπως φαίνεται, χαώδη κατάσταση. «Ο παππούς, ο πατέρας του πατέρα μου, ήταν Κύπριος. Γνώρισα τον παππού Αναξαγόρα, που στην Αιθιοπία όλοι τον φώναζαν Κόρι, αλλά δυστυχώς δεν τον συναντούσα πολύ συχνά, επειδή ζούσε σε ένα χωριό, το Ντεμπιντόλο (σ.σ. ένα χωριό που φτιάχτηκε κυρίως από Κύπριους, μια πολύ δυνατή ελληνική κοινότητα). Όλοι στην οικογένεια μου πήγαν στο Ελληνικό Σχολείο. Έτσι, δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική για εμένα. Θυμάμαι, στις εθνικές επετείους φορούσαμε στολές και λέγαμε ποιήματα. Πηγαίναμε στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Φρουμεντίου. Εδώ μου κάνει εντύπωση που μπαίνουν στις εκκλησίες με τα παπούτσια και τα κορίτσια φοράνε παντελόνια. Η Αθήνα είναι πολύ μεγάλη σε σχέση με την Αντίς Αμπέμπα και κάνει κρύο. Δεν θέλω να μείνω εδώ, τι να κάνω εδώ; Ελληνικό είναι μόνο το όνομά μου».

Τα τέσσερα κορίτσια μένουν με έξοδα των οικογενειών τους σε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι, όμηροι ενός συστήματος που δεν αναγνωρίζει την ελληνική τους καταγωγή, άρα και την ιθαγένειά τους, που τις υποχρεώνει κάθε χρόνο να καταβάλουν 600 ευρώ για επιμήκυνσης της άδειας παραμονής τους, ενώ σπουδάζουν σε ιδιωτικές σχολές και προετοιμάζονται και πάλι για εξετάσεις στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, χωρίς φροντιστηριακή υποστήριξη. Μαγειρεύουν παστίτσιο και φασόλια, διασκεδάζουν στο κέντρο της Αθήνας και ανεβάζουν φωτογραφίες στο Facebook, ελπίζοντας πως η προγονική αμέλεια των μαμάδων και των παππούδων τους δεν θα σταθεί αιτία για να εξαιρεθούν από το δικαίωμα ελληνικής πολιτογράφησής τους. Ελπίζοντας πως θα υποστηριχτούν από την ελληνική πολιτεία, έτσι ώστε να καταφέρουν να προσκομίσουν τα απαραίτητα έγγραφα που να αποδεικνύουν την ελληνικότητά τους και να μπορέσουν να τακτοποιήσουν τα ελληνικά τους χαρτιά, χωρίς να δίνουν υπέρογκα ποσά σε δικηγόρους, με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Για τα καλύτερα θέματα του VICE Greece, γραφτείτε στο εβδομαδιαίο Newsletter μας.

Περισσότερα από το VICE

Θα Tιμωρηθούν Ποτέ οι Αστυνομικοί στην Ελλάδα για τους Ξυλοδαρμούς Κρατουμένων;

Τα Πράγματα Ζορίζουν – Προειδοποιητικά Πυρά σε Τουρκικό Ελικόπτερο Πάνω από το Αιγαίο

Ένα Ταξίδι στην Παρατημένη «Σίλικον Βάλεϊ» της Αθήνας

Ακολουθήστε το VICE στο Twitter, Facebook και Instagram.


Πηγή
Ντέπυ Κουρέλλου